ἐπωπή

ἐπωπ-ή, ,
A look-out place, observationpost, A.Supp.539 (pl., lyr.).

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • επωπή — ἐπωπή, ἡ (Α) τόπος απ’ όπου παρατηρεί κανείς, σκοπιά. [ΕΤΥΜΟΛ. < επί + ωπή «πρόσωπο, θέα», τ. που εμφανίζει την εκτεταμένη βαθμίδα (ωπ ) τής ρίζας οπ (πρβλ. όπωπα)] …   Dictionary of Greek

  • ἐπωπή — look out place fem nom/voc sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπωπῇ — ἐπωπάω observe pres subj mp 2nd sg (doric) ἐπωπάω observe pres ind mp 2nd sg (doric) ἐπωπάω observe pres subj act 3rd sg (doric) ἐπωπάω observe pres ind act 3rd sg (doric) ἐπωπάω observe pres subj mp 2nd sg (epic ionic) ἐπωπάω observe pres ind mp …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Ἐπωπῇ — Ἐπωπῆι , Ἐπωπεύς masc dat sg (epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Ἐπώπη — Ἐπώπευς masc nom/voc/acc dual Ἐπώπευς masc acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπώπη — ἐπωπάω observe pres imperat act 2nd sg (doric) ἐπωπάω observe pres imperat act 2nd sg (epic doric ionic aeolic) ἐπωπάω observe imperf ind act 3rd sg (doric) ἐπωπάω observe pres imperat act 2nd sg (doric) ἐπωπάω observe imperf ind act 3rd sg (epic …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Ἐπώπῃ — Ἐπώπηι , Ἐπώπευς masc dat sg (epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • επωπώ — ἐπωπῶ, άω (Α) [επωπή] 1. εφορώ, εποπτεύω («ὦ δυσπάλαιστε τῶνδε δωμάτων ἀρά, ὡς πόλλ’ ἐπωπᾷς», Αισχύλ.) 2. οδηγώ, διευθύνω …   Dictionary of Greek

  • περιωπή — η, ΝΜΑ ψηλό μέρος με ανοιχτή θέα νεοελλ. 1. εξέχουσα θέση 2. φρ. α) «άνθρωπος [επιστήμονας, ειδικός κ.λπ.] περιωπής» ή «υψηλής περιωπής» άνθρωπος [επιστήμονας, ειδικός κ.λπ.] μεγάλης αξίας, μεγάλου κύρους ή υψηλής καταγωγής 3. «από περιωπής» i)… …   Dictionary of Greek

  • ἐπωπᾷ — ἐπωπάω observe pres subj mp 2nd sg ἐπωπάω observe pres ind mp 2nd sg (epic) ἐπωπάω observe pres subj act 3rd sg ἐπωπάω observe pres ind act 3rd sg (epic) ἐπωπάω observe pres subj mp 2nd sg ἐπωπάω observe pres ind mp 2nd sg (epic) ἐπωπάω observe… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπωπάς — ἐπωπά̱ς , ἐπωπή look out place fem acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.